ϣⲱⲧ ϣ()-/ϣⲁⲧ= ϣⲁⲧ

NB

Translation

  • cut, slay
  • intr: [κοπτειν, θυειν, σφαζειν, τεμνειν]
  • qual: [εγκοποσ]
  • tr: [κοπτειν]
  • p.c. S,B,F, he who, that which cuts, is cut
  • | intr: be cut short, want, lack [υστερειν, ελαττονειν]
Greek Equivalents
κοπτειν, θυειν, σφαζειν, τεμνεινεγκοποσκοπτεινυστερειν, ελαττονειν

Dialect Forms

Sϣⲱⲱⲧ ϣ()-/ϣⲁⲁⲧ= ϣⲁⲁⲧ
Lϣⲱⲱⲧ ϣ()-/ϣⲁⲁⲧ=
Fϣⲱⲱⲧ ϣ()-/ϣⲉⲉⲧ=
Aϣⲟⲩⲟⲩⲧ, ϣⲟⲩⲧ ϣⲁⲧ= ϣⲁⲁⲧ