ⲃⲉⲗϫ
NB
Translation
- earthenware, pottery
- ― opp ⲟⲙⲉ clay
- ― utensils of ⲃ. [αγγοσ, αγγειον, βικοσ, θυσκη, ειδοσ, καδοσ, σκευοσ, υλη]
- ― ingredient in alchemy
Greek Equivalents
αγγοσ, αγγειον, βικοσ, θυσκη, ειδοσ, καδοσ, σκευοσ, υλη
Dialect Forms
Sⲃⲗϫⲉ
Aⲃⲗϫⲉ
Fⲃⲏⲗϫⲉ, ⲃⲏⲗϫⲓ