ⲧⲁϩⲛⲟ

NS

Translation

  • (S once)
  • tr: hinder [κωλυειν, εγκοπτειν, παυειν]
  • intr: be hindered [συνεχεσθαι, εγκοπτεσθαι]
Greek Equivalents
κωλυειν, εγκοπτειν, παυεινσυνεχεσθαι, εγκοπτεσθαι

Dialect Forms

Bⲧⲁϩⲛⲟ