ϩⲣⲟⲕ ϩⲟⲣⲕ

VS

Translation

  • intr: be still, cease [κοπαζειν, παυεσθαι, ησυχαζειν]
  • qual: [ησυχια]
  • tr: quiet [ησυχαζειν]
Greek Equivalents
κοπαζειν, παυεσθαι, ησυχαζεινησυχιαησυχαζειν

Dialect Forms

Aϩⲣⲁⲕ ϩⲁⲣⲕ
Lϩⲣⲁⲕ p c ϩⲣⲕ- ϩⲁⲣⲕ
Fϩⲣⲁⲕ