ϩⲏⲩ

NS

Translation

  • profit, usefulness [ωφελεια, οφελοσ, κερδοσ, χαρισ, ευρεμα]
Greek Equivalents
ωφελεια, οφελοσ, κερδοσ, χαρισ, ευρεμα

Dialect Forms

Aϩⲏⲩ
Lϩⲏⲩ
Fϩⲏⲩ
Bϩⲏⲟⲩ